Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

"Αλλιώς όμως να κάνει δεν μπορούσε!Η φτώχεια το ήθελε!"

Γροθιά στο στομάχι αποτελεί το υπέροχο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά(1872-1958) "Οι αλανιάρηδες"(εκδ.Στάχυ)  που παρά την απλότητά του με συνέτριψε με το γυμνό τρόπο που παρουσιάζει τις τσακισμένες ζωές των ηρώων του. Σκληρός κοινωνικός ρεαλισμός, κανένας εξωραϊσμός , κανένα περιθώριο αισιοδοξίας δεν έρχεται να καταστήσει το κάδρο κάπως πιο εύπεπτο. Ο αναγνώστης δεν έχει περιθώριο να πιαστεί ούτε καν από τη γραφή, όπως θα έκανε στον Παπαδιαμάντη, καθώς ο Βουτυράς γράφει εντελώς απέριττα, σχεδόν άτεχνα θα έλεγε κανείς, σε απλή δημοτική, χωρίς λογοτεχνικά φτιασίδια, με μια απρόσεκτη σύνταξη που ξενίζει. Αν έκρινα το έργο από το επίπεδο του λόγου, δύσκολα θα μιλούσα με τέτοιο ενθουσιασμό για τους "Αλανιάρηδες" που ανήκουν σε εκείνα τα εκλεκτά έργα που σαν τσεκούρι έρχονται να σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

Το περιεχόμενο του διηγήματος, τίποτα περισσότερο από μια νατουραλιστική περιγραφή της πραγματικότητας των αρχών του 20ου αιώνα για τα κατώτερα στρώματα, θα κάνει οπωσδήποτε τον βολεμένο αναγνώστη του σήμερα να αισθανθεί ένα παγερό μούδιασμα.Ο Βουτυράς, ο κατεξοχήν συγγραφέας του κοινωνικού περιθωρίου (αργότερα εμφανίστηκε ο Πέτρος Πικρός), δεν είναι ένα απόμακρος, γαλήνιος παρατηρητής της κόλασης που περιγράφει, είναι τμήμα της, ένας από τους χιλιάδες κυνηγημένους από τη ζωή. Μάρτυρας την οικονομικής καταστροφής της οικογένειάς του και της αυτοκτονίας του πατέρα του ο Βουτυράς έγραφε για βιοποριστικούς λόγους- υπήρξε ένας εκ των πολυγραφότερων συγγραφέων της χώρας- και ποτέ δεν έχασε την επαφή του με τον κόσμο των απόκληρων.

Στους "Αλανιάρηδες" διαβάζουμε για την καθημερινή βιοπάλη μιας παρέας με έμφαση στον νεαρό Αλίμπη. Σε αρκετές σκηνές βλέπουμε τη συντροφιά να πίνει και να τραγουδά σε ταπεινά ταβερνεία, όμως τίποτα δε μπορεί να καλύψει την απελπισία και την ένδεια που κυριαρχούν. Δεν είναι απλώς η περιγραφή της κατάστασης που συγκλονίζει, είναι ακόμα περισσότερο η συνειδητοποίηση του αδιεξόδου από τα ίδια τα πρόσωπα του έργου που δρα καταλυτικά. Η αντροπαρέα δεν μπορεί ούτε στην ταβέρνα να πνίξει τον πόνο της: πίνει βερεσέ ή με ό,τι ψίχουλα έχουν περισσέψει, διασκεδάζει αλλά σαν δαμόκλειος σπάθη επικρέμεται η επιστροφή στην κανονικότητα της θλίψης. Μόνιμο φόντο μια ζωγραφιά του Τάνταλου για να θυμίζει πως όσο και να πασχίσουν οι ήρωές μας, η ευτυχία θα γλιστρά την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους σαν την ορμήνεψε έτσι κάποιος θεός. 

"Όλα φεύγανε, χάνονταν, ελπίδες, όνειρα, που, μόλις έκαναν να φανούνε,σα να τα σάρωνε μεγάλος ανεμοστρόβιλος[..]Απ΄τα βουρκωμένα μάτια του, καθώς ήταν έτοιμα να χύσουνε δάκρυα, πετάχθηκε μια φλόγα και τα έκανε να γίνουν στεγνά, να ξεραθούνε.Και επεθύμησε κάτι κακό μεγάλο να έκανε στην ανθρωπότητα και να έβριζε, να έβριζε τη μεγάλη δύναμη που διευθύνει τα πάντα."

"Τι κακές, τι δύστυχες μέρες που περνούσαν!Και πιο πολύ φαινόταν η δυστυχία τις ημέρες τις καλές.Η κάθε καλή μέρα, που όλοι οι άνθρωποι γλεντούσανε και οι κάτοικοι οι άλλοι της μάντρας φορούσανε τα εορτάσιμα ρούχα τους, γι΄αυτούς ήτανε πένθος και λύπη."

Άγρια φτώχεια και εξαθλίωση γνωρίζει ο Αλίμπης, φτώχεια που δεν περιορίζεται στις υλικές συνθήκες διαβίσωσής του·ξεκινά από αυτές για να διαβρώσει κάθε πτυχή της ύπαρξής του και να του αποστερήσει κάθε ευχαρίστηση.Ο Αλίμπης ζει με τη μητέρα του, φτωχοί μετανάστες στην Αθήνα, προσπαθεί μάταια να στεριώσει σε κάποια δουλειά.Ευκαιρίες δεν υπάρχουν, οι φίλοι φεύγουν για την Αμερική, ο τόπος μοιάζει όλο και πιο αφιλόξενος, όλο και πιο εχθρικός. Το άδειο στομάχι αδειάζει και τις ψυχές, ο Βουτυράς είναι αμείλικτα ρεαλιστής και δεν πετάει ούτε στον ήρωα ούτε στον αναγνώστη κάποια σανίδα σωτηρίας.

Έτσι λοιπόν η φτώχεια έρχεται να ισοπεδώσει ολοκληρωτικά τον Αλίμπη. Καθώς νιώθει έντονα την κοινωνική αδικία και το χάσμα των τάξεων, μισεί όσους τα καταφέρνουν, μισεί τελικά και τον εαυτό του λόγω της αποτυχίας του. Δεν έχει δύναμη να πιαστεί από την ευτυχία της στιγμής γιατί έχει επίγνωση της κατάστασής του. Έχει χάσει ακόμα και την ελπίδα, αυτήν που ούτε οι σταχανοβίτες των γκουλάγκ δεν έχαναν. Η ανέχεια του στέρησε τα δυο πιο θεμελιώδη πράγματα στην ανθρώπινη ύπαρξη: το δικαίωμα στο όνειρο και τον έρωτα. Τι όνειρα και τι φιλοδοξίες θα φωλιάζουν στην καρδία ενός ανθρώπου που δεν ξέρει αν θα βρει ένα πιάτο φαγητό την επομένη; Όσο για τον έρωτα, ο Αλίμπης έχασε καταρχήν την αξιοπρέπειά του, την ικανότητα να αγαπήσει τον εαυτό του. Θαυμάζει τις γυναίκες, αλλά ξέρει πως είναι απλώς περαστικές και ποτέ δε θα ερωτευτούν ένα κουρέλι σαν τον ίδιο. Η ζωή μοιάζει μάταιη, ασήκωτο φορτίο από το οποίο ελπίζεις να απαλλαγείς, σκοτεινή φυλακή από την οποία εύχεσαι να αποδράσεις. Και ο φόβος του θανάτου στοιχειώνει διαρκώς τον Αλίμπη, που νιώθει όσο λίγοι πως περιμένει απλώς στον προθάλαμο.

"Η ζωή αυτή του φαινότανε κακιά, βαρετή.Η σκέψη του δε σταματούσε σε τίποτα καλό.Όλα τριγύρω του τα έβλεπε κλειστά, άγρια, έρημα, και έτσι του φάνηκε σα να βρισκότανε φυλακισμένη η ψηχή του μέσα σε αυτά.
Χωρίς να θέλει, έπεσε σε μια πλατεία που ήτανε γεμάτη από ανθρώπους καλοφορεμένους, που τους είχε βγάλει η ωραία μέρα έξω,σ τον ήλιο. Γυναίκες χαρωπές, άνδρες γελαστοί, νέοι με το χαμόγελο, με την ελπίδα στα μάτια και νέες με τον έρωτα να κρυφοκοιτάζει σε κάθε τους ματιά.
Κι εγώ; ρώτησε αυτός
Και μέσα σε εκείνο το πλήθος των ευτυχισμένων του φάνηκε αυτός να είναι σα σημάδι σκοτεινό μέσα στη χαρά, στον πλούτο, σαν ένα κομμάτι της δυστυχίας , της φτώχειας, που το κύλησε ίσαμε κει ο άνεμος.
Ντράπηκε για τα ρούχα του, για το καπέλο του και έκανε γρήγορα να φύγει, αφού είδε ότι κανείς άλλος που να του μοιάζει δε βρισκόταν εκεί, να φύγει, να χωθεί στα δέντρα, που πυκνά τριγυρίζανε το μέρος εκείνο.
Έβλεπε τη χαρά σπάταλα να τους έχει σκορπιστεί και έφευγε σα Σατανάς πεσμένος, χωρίς να το θέλει, σε  μέρη παραδείσου."

Στις τελευταίες σελίδες το δράμα κορυφώνεται με μια σπαρακτική "κάθαρση" που κυριολεκτικά σε κάνει να ανατριχιάσεις, να αναφωνήσεις πως κρατάς στα χέρια σου ένα αριστούργημα.Θα ήθελα πολύ να γράψω και κάτι για το τέλος,αλλά δεν πρόκειται να σας στερήσω το σοκ που ένιωσα.Ας περιοριστούμε στο σχόλιο του Φ.Πολίτη για το διήγημα :"Ένα αληθινό τραγούδι, μια βαθιά κραυγή πόνου είναι οι Αλανιάρηδες. Η κραυγή που ξέφυγε από τα χείλη ανθρώπου, ο οποίος ακούει κάθε μέρα εντός του την τραγική προσταγή : "Δούλευε παρ΄όλα ταύτα!Κράτα γερά, και αν είναι ακόμη να τρέφεσαι με το ίδιο σου το αίμα!" Οι αλανιάρηδες είναι η θλίψις δια τους αβοήθητους αδελφούς που πάνε χαμένοι, δια τ ασθενικά χορτάρια που ημπορούσαν ν΄ανθίσουν, αν δεν τα έπνιγε το χιόνι."


Υ.Γ.1:Πολλά διηγήματα του Βουτυρά είναι ελεύθερα διαθέσιμα χάρη στον Νίκο Σαραντάκο http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Bouturas-diigimata.htm

Υ.Γ.2: Μια προσωπική εξομολόγηση από ένα περιστατικό που τότε με είχε αφήσει σύξυλο και επανήλθε στη μνήμη μου διαβάζοντας τους "Αλανιάρηδες".Πριν από μερικά χρόνια μιλούσα με ένα εργάτη από τη Γεωργία που με βοηθούσε σε μια μετακόμιση. Ο άνθρωπος αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και όταν ολοκλήρωσε την εξιστόρηση κάποιων γεγονότων, σιώπησε, τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του με κοίταξε με ένα μελαγχολικό χαμόγελο και είπε :"Ζωή είναι, που θα πάει, θα τελειώσει."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου